Αρχική>ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΑΣΘΕΝΕΙΣ>Κακώσεις και κατάγματα του σπλαγχνικού κρανίου

Κακώσεις και κατάγματα του σπλαγχνικού κρανίου

 Με τον όρο κάταγμα ορίζεται οποιοδήποτε λύση της συνέχειας του οστού, τέλεια ή ατελής, ως αποτέλεσμα εφαρμογής μιας οποιασδήποτε μεγάλης δύναμης για το συγκεκριμένο οστό και η οποία ξεπερνά το όριο θραύσης του. Η ταξινόμηση των καταγμάτων γίνεται ανάλογα με την ανατομική θέση και τη βαρύτητα της κάκωσης.

Ανάλογα με τη βαρύτητα τα κατάγματα ταξινομούνται ως:

Ρωγμώδη. Στα κατάγματα αυτά η χρήση υλικού οστεοσύνθεσης είναι περιττή. Η ακινητοποίηση των καταγματικών κολοβωμάτων με συντηρητικά μέσα αρκεί για να ολοκληρωθεί η οστική επούλωση.

Απλά. Πρόκειται για κατάγματα κατά τα οποία έχει επέλθει πλήρης λύση της οστικής συνέχειας. Η πλειονότητα των περιπτώσεων αυτών των κακώσεων θεραπεύεται με πλάκες και βίδες εσωτερικής οστεοσύνθεσης. Συντριπτικά. Πρόκειται για κατάγματα με πολλαπλές και αλληλοτεμνόμενες καταγματικές γραμμές. Η εσωτερική οστεοσύνθεση αποτελεί μέθοδο εκλογής στις περισσότερες περιπτώσεις, ενώ επί ορισμένων ενδείξεων έχει εφαρμογή και η εξωτερική οστεοσύνθεση.

Αποσπαστικά. Στα κατάγματα αυτά ένα μέρος του οστού έχει χαθεί, καθιστώντας αδύνατη την φυσιολογική οστική συνέχεια.

Επιπλεγμένα. Ονομάζονται τα κατάγματα που πέραν της οστικής κάκωσης συνυπάρχουν και άλλες κακώσεις ή επιπλοκές όπως π.χ. η τρώση του προσωπικού νεύρου από το αιχμηρό οστικό άκρο ενός κατάγματος του κονδύλου της κάτω γνάθου. Ισχύουν οι ίδιες αρχές της εσωτερικής οστεοσύνθεσης με τούς άλλους τύπους καταγμάτων. Η διαφορά ωστόσο στη βαρύτητα της κάκωσης οδηγεί στην ανάγκη για άμεση και συνδυασμένη θεραπεία προκειμένου να διασωθεί η ευγενής δομή που έχει υποστεί την κάκωση. Κλειστά ονομάζονται τα κατάγματα στα οποία το δέρμα ή ο βλεννογόνος που καλύπτει το οστικό τραύμα παραμένει ακέραιος και δεν διατρέχουν κίνδυνο επιμόλυνσης από το εξωτερικό περιβάλλον.

Ανοικτά. Στα κατάγματα αυτά τα οστικά άκρα έρχονται σε άμεση επαφή με το εξωτερικό περιβάλλον διαμέσου μιας τραυματικής ασυνέχειας του υπερκείμενου δέρματος ή βλεννογόνου. Ο κίνδυνος επιμόλυνσης και περαιτέρω επιπλοκών όπως η καθυστερημένη πώρωση ή οστεομυελίτιδα είναι μεγάλος. Η εσωτερική αλλά και η εξωτερική οστεοσύνθεση είναι μέθοδοι εκλογής για τη θεραπεία.

Ανάλογα με τη θέση τους τα κατάγματα ταξινομούνται ως:

Κατάγματα της κάτω γνάθου τα οποία περαιτέρω περιγράφονται ανατομικά ως κατάγματα του γενείου, της γωνίας, του σώματος, του κλάδου, του κονδύλου και της φατνιακής απόφυσης.

 

 

 

 

Κατάγματα του μέσου τριτημορίου του προσώπου στα οποία περιλαμβάνονται το οβελιαίο κάταγμα και το κάταγμα της φατνιακής απόφυσης της άνω γνάθου, τα κατάγματα Le Fort I, Le Fort II, Le Fort III, τα κατάγματα του ρινοηθμοειδικού συμπλέγματος, τα κατάγματα του ζυγωματοκογχικού συμπλέγματος και το κάταγμα του εδάφους του οφθαλμικού κόγχου.

 

Κατάγματα του άνω τριτημορίου του προσώπου στα οποία περιλαμβάνονται το κάταγμα της οροφής του οφθαλμικού κόγχου και τα κατάγματα των μετωπιαίων οστών.

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ

Η εσωτερική οστεοσύνθεση εφαρμόζεται κατά κόρον στις ημέρες μας μιας και αποτελεί την αποδοτικότερη μέθοδο αποκατάστασης της οστικής συνέχειας (πώρωση) και προσφέρει την ταχύτερη, από όλες τις μεθόδους, λειτουργική αποκατάσταση της οστικής βλάβης

Αφορά στην εφαρμογή πλακών, άλλοτε άλλου μεγέθους ανάλογα με την ένδειξη, με προκατασκευασμένες οπές για τη διέλευση των βιδών, που προσαρμόζονται με κατάλληλους χειρισμούς ώστε να εφά¬πτονται στο φλοιώδες πέταλο των αναταγμένων καταγματικών επιφανειών και να εκτείνονται εκατέρωθεν της γραμμής του κατάγματος και στα δύο οστικά κολοβώματα (adaptation). Στην θέση αυτή ακινητοποιούνται με βίδες διαφόρων μηκών που διαπερνούν το έξω φλοιώδες οστό και εισέρχο¬νται στο σπογγώδες τμήμα του οστού χωρίς να φτάνουν στον εσωτερικό φλοιό του(μονοφλοιωτική οστεοσύνθεση).
Αρχικά οι πλάκες που χρησιμοποιήθηκαν στη γναθοπροσωπική περιο¬χή κατασκευάζονταν από χρωμιοκοβαλτιούχα κράματα ή ανοξείδωτο χάλυβα ενώ ήταν μεγάλες, άκαμπτες και ισχυρές. Η τοποθέτηση τους στην κάτω γνάθο γινόταν τις περισσότερες φορές με εξωστοματική προσπέλαση, κοντά στο κάτω χείλος της γνάθου, με ισχυρή διφλοιωτική οστεοσύνθεση. Με την απόκτηση κλινικής εμπειρίας οι πλάκες εξελίχθηκαν, έγιναν μικρότερες, πιο εύκαμπτες και πιο κατάλληλες για το πρόσωπο, με μονοφλοιωτικές βίδες ώστε να αποφεύγονται τραυματισμοί σε γειτνιάζοντα μη οστικά μόρια όπως το αγειονευρώδες δεμάτιο της κάτω γνάθου ή οι ρίζες των οδόντων.

Συνηθέστερα τα συστήματα οστεοσύνθεσης των διαφόρων εταιριών περιλαμβάνουν δύο έως τρία μεγέθη πλακών, διαφορετικά ως προς το πάχος τους και την αντοχή τους στις φορτίσεις, μαζί με τις αντίστοιχες βίδες. Όταν υπάρχει ανάγκη για ισχυρή οστεοσύνθεση όπως στα συντριπτικά κατάγματα της κάτω γνάθου ή όταν πρόκειται να γεφυρωθεί ένα οστικό έλλειμμα της κάτω γνάθου χρησιμοποιούνται πλάκες πάχους 2,4mm-2,7mm, οι οποίες ονομάζονται διεθνώς πλάκες γεφυρώσεως (bridging plates). Οι αμέσως πιο ισχυρές πλάκες έχουν πάχος μέχρι 2mm και ονομάζονται διεθνώς mini plates. Χρησιμοποιούνται ευρέως σε όλο το σκελετό του σπλαγχνικού και εγκεφαλικού κρανίου. Οι ακόμα πιο λεπτές πλάκες που έχουν πάχος 1,0mm-1,5mm αποκαλούνται micro plates και χρησιμοποιούνται στα κατάγματα που δέχονται χαμηλή φόρτιση όπως τα κατάγματα του ρινοηθμοειδικού συμπλέγματος και στις αυτομετασμοσχεύσεις οστικών block. Οι βίδες διατίθενται σε μεγέθη ανάλογα με τις πλά¬κες, και το μήκος τους κυμαίνεται από 4mm-16mm. Οι πλάκες έχουν επίσης μεγέθη ως προς το μήκος τους αρχίζοντας από πλάκες με 4 οπές για 4 βίδες και φτάνοντας, ανάλογα με το εργο¬στάσιο κατασκευής τους, σε πλάκες με 12, 16 ή και περισσότερες οπές. Υπάρχει επίσης δυνατότητα επιλογής διαφορετικού σχήματος πλακών όπως ευθείες και τοξοειδείς πλάκες καθώς και πλάκες σχήματος L, Τ, C, Υ που εξυπηρετούν συγκεκριμένες θέσεις. Η επι¬λογή του πάχους της πλάκας, του μεγέθους και του σχήματος γίνεται ανάλο¬γα με τη θέση και το είδος του κατάγματος.

Πριν την τοποθέτηση της, η επιλεγείσα πλάκα, διαμορφώνεται με τη βοήθεια ειδικών εργαλείων με τρόπο ώστε να εφάπτεται στην οστική επι¬φάνεια εκατέρωθεν της γραμμής του αναταγμένου κατάγματος και να επε¬κτείνεται επαρκώς και προς τις δύο καταγματικές πλευρές (adaptation). Τα μέταλλα ή τα κράματα μετάλλων που επιλέγονται για την κατασκευή μικροπλακών και βιδών έχουν τις απαιτούμενες ιδιότητες με στόχο να μπορούν να κάμπτονται χωρίς να θραύονται και χωρίς να μειώνεται η αντοχή τους. Στη συνέχεια και με την πλάκα ακινητοποιημένη στην επιθυμητή θέση, διανοίγονται τα οστικά φρεάτια για τις βίδες με την ανάλογη φρέζα, διαμέσου των οπών της πλάκας και τελικά κοχλιώνονται οι βίδες με σκοπό να ακινητοποιηθεί το κάταγμα εκατέρωθεν της γραμμής του κατάγματος. Η ακινητοποίηση που προκύπτει επιτρέπει μια ελάχιστη κινητικότητα των κολοβωμάτων, επιθυμητή όμως όπως θα αναπτυχθεί παρακάτω. Η πώρωση που προκύπτει είναι έμμεση (with callus formation).